
Όταν ήμουνα μικρή, 8-10 χρόνων, οι γονείς μου το καλοκαίρι με στέλνανε στο εξοχικό της γιαγιάς κ του παππού στη θάλασσα. Κ καλά για να κάνω μπάνια, αλλά πλέον ξέρω ότι δεν με αντέχανε άλλο οι άνθρωποι κ με το δίκιο τους, γιατί ήμουνα πολύ σκατόπαιδο κ όλη την ώρα έκανα βλακείες κ ζημιές. Το καλύτερο κόλπο, που είχα γίνει σπεσιαλίστας, ήταν να παίρνω το ψαλίδι κ να κόβω τα μαλλιά των αδερφών, ξαδερφιών κ συμμαθητών. Επίσης είχα κάτι τάσεις πυρομανίας κ έπαιζα Ινδιάνους στο σαλόνι, χρησιμοποιώντας το χαλί για να ανάβω φωτιές κ να στείλω σήματα καπνού. Το χειρότερο δε, ήταν που μάζευα από τα ρέματα μικρά βατράχια κ μετά τα έφερνα στο σπίτι. Είχε η μάνα μου κάτι ποτήρια κρυστάλλινα σαμπάνιας που ήτανε ότι πρέπει για σπιτάκια βάτραχου. Το κακό ήταν ότι κάποτε δυσανασχετούσαν κ άρχιζαν να χοροπηδάνε, μαζί με τα κρύσταλλα.
Μετά από όλα αυτά, φαντάζομαι νιώθανε τεράστια ανακούφιση να μη με βλέπουνε για 3 μήνες.
Εκεί στη θάλασσα, έκανα περισσότερες βλακείες, αλλά δεν με έπαιρνε κανένας χαμπάρι, αφού περνούσα όλη τη μέρα έξω από το σπίτι. Στο διπλανό σπίτι έμενε ο Ηλίας με τη δικιά του γιαγιά. Οι γιαγιάδες μας είναι αδερφές. Κάθε πρωί με ξυπνούσε με ένα κουλούρι κ γάλα κακάο. Μια φορά που το κουλούρι ήταν μπαγιάτικο τον είπα άχρηστο κ έκλαιγε μέχρι το απόγευμα. Έπινα το κακάο με κλειστά μάτια κ μετά σηκωνόμουν πολύ βαριά κ ασήκωτη, μόνο τσιγάρο που δεν έστριβα. Για καμιά ώρα δεν μιλούσα σε κανέναν, την είχα δει πολύ φίρμα. Ο καημένος ο Ηλίας περίμενε δίπλα υπομονετικά, μέχρι να μου έρθει όρεξη να του δώσω σημασία. Αργότερα βέβαια όπως ξέρετε, τα πλήρωσα όλα κ με το παραπάνω, αλλά τότε τον είχα του χεριού μου.
Εκείνο το καλοκαίρι ερωτεύτηκα για πρώτη φορά, το Γιώργο, που ούτε να με φτύσει. Τέτοια χυλόπιτα κ περιφρόνηση δε νομίζω να έχω ξαναφάει. Ίσως γιατί μου λείπανε τα μπροστινά δόντια κ η κοιλιά μου ήταν μονίμως πρησμένη από την αφαγία. Παίζει βέβαια να με φοβότανε κιόλας ο άνθρωπος, αφού σε κάθε ευκαιρία τον πλάκωνα στα μπουνίδια. Τον περίμενα στη γωνία του σπιτιού του κ όποτε εμφανιζόταν με τον αδερφό του, ορμούσαμε η ορντινάτσα μου, ο Ηλίας κ εγώ κ τους κάναμε του αλατιού. Είχα μια επιθετική σεξουαλικότητα μάλλον.
Αφού ξεδίναμε με τους φλώρους τους Αθηναίους, ετοιμαζόμασταν να πάμε για μπάνιο. Φορούσα ένα ωραίο ροζ μαγιό, γιατί κάπου κάπου θυμόμουνα ότι είμαι κορίτσι. Βέβαια το πάνω μέρος δεν είχε που να σταθεί κ καναδυό φορές το έχασα κάνοντας μακροβούτι. Έτσι αποφάσισα να γίνω γυμνίστρια, πράγμα που η γιαγιά μου πολύ το χάρηκε, γιατί ήταν τσιγκούνα κ δεν ήθελε να δίνει παραπάνω λεφτά για μαγιό.
Αυτή την τσιγκουνιά της γιαγιάς δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Τότε κυκλοφορούσανε κάτι περιοδικά που τα λέγανε Μπλέικ κ Βαβούρα. Κάνανε 20-30 δραχμές νομίζω. Για να μαζέψω αυτά τα λεφτά κάθε βδομάδα, έφτυνα αίμα. Μου τα έδινε με το σταγονόμετρο. Κάθε πρωί που ξυπνούσα, το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν τι δικαιολογία θα βρω για να τραβήξω κανένα κοσάρι. Μια έλεγα ότι θέλω να αγοράσω σουβλάκι, μια κορνέ, μια σάμαλι, ότι φαγώσιμο μου ερχότανε στο μυαλό βασικά. Η γιαγιά μου τα έδινε, αλλά απορούσε πως δεν έβαζα ούτε κιλό κ μου φώναζε, 'θα πεθάνεις, σαν οβραίικος άγιος έγινες΄, που τώρα μου φαίνεται λίγο ρατσιστικό σαν σχόλιο.
Ο Ηλίας ήταν στην ίδια κατάσταση με μένα. Δεν είχαμε φράγκο ούτε σινεμά να πάμε κ σκαρφαλώναμε στη μάντρα του καφενείου για να δούμε τζάμπα. Κάποτε μας πήρανε χαμπάρι κ μας διώξανε κ από κει κακήν κακώς. Για κάποιο λόγο οι γιαγιάδες νομίζανε ότι οι αταξίες είναι αποτέλεσμα των χρημάτων κ πως αν δε μας δίνανε δραχμή θα ήμασταν ήσυχοι. Μιλάμε για την τέλεια μαρξιστική θεώρηση της ιστορίας.
Όμως επειδή τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμα ότι είμαι κομουνίστρια κ βασικά ότι βαριέμαι οποιαδήποτε μορφή εργασίας, έστιβα το μυαλό μου να βρω ένα τρόπο να βγάλουμε λεφτά. Κ τον βρήκα. Θα πηγαίναμε να δουλέψουμε στο φούρνο του χωριού που ήθελε υπάλληλο. Θα ζητούσαμε να δουλέψουμε κ οι δύο για ένα μισθό. Φορέσαμε τα καλά μας κ παρουσιαστήκαμε στον κύριο Βασίλη, που μάλλον δεν του γεμίσαμε καθόλου το μάτι.
- Πολύ μικροί είστε.
- Ναι αλλά αποτελεσματικοί κύριε.
- Πάρτε μας κ δεν θα το μετανιώσετε.
- Καλάααα. Θα έρχεστε τα μεσημέρια που κοιμόμαστε κ θα πουλάτε ότι σας ζητάνε. Οι τιμές είναι γραμμένες επάνω. Κωλόπαιδα μην κλέψετε κ μη φάτε πάνω από ένα παγωτό θα σας πάρει κ θα σας σηκώσει.
Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται η ταξική μου συνείδηση κ μια απέχθεια προς το αφεντιλίκι. Πολύ μαλάκας δηλαδή μου φάνηκε αυτός ο φούρναρης.
Τελικά η δουλειά ήταν εύκολη. Ο Ηλίας μπέρδευε λίγο τα νούμερα κ έλεγε χαμηλότερες τιμές, αλλά τον συγχωρούσα γιατί ήταν μικρός ακόμα κ γιατί δε με ένοιαζε αν είχε χασούρα ο κωλοφούρναρης. Το τρίτο μεσημέρι είχαμε σκυλοβαρεθεί κιόλας. Είχε κ ζέστη αυτός ο φούρνος κ υποφέραμε.
- Ρε Ηλία δεν τρώμε κανένα παγωτό?
- Αφού το αφεντικό δε μας αφήνει.
- Κ που θα μας δει? Είσαι σούπερμαν ή χέστης?
Εκεί τον χτύπησα στο φιλότιμο.
- Σούπερμαν ρε Ζωή, κορδώθηκε.
- Ε τότε πιάσε ένα πύραυλο για μένα κ μια πατούσα.
- Καλά δύο θα φας?
- Ναι, σε νοιάζει?
- Όχι πάω αμέσως.
Οι γιαγιάδες δεν μας αφήνανε να τρώμε κ παγωτά, για να μην πάθει ο λαιμός μας κ τα είχαμε απωθημένο. Τρώμε τα δύο αλλά δεν μας έφτασαν.
- Ζωίτσα.
- Τι?
- Τρώμε κ ένα ξυλάκι κ ένα σάντουιτς σοκολάτα?
- Ε κ δεν τρώμε.
Πάνω στην ώρα περνάνε ο Γιώργος με τον αδερφό του κ δεν αντιστάθηκα να κάνω τη φιγούρα μου.
- Παιδιά ελάτε κερνάμε παγωτό.
Να μην τα πολυλογώ μέχρι τις 5, πέρασαν όλοι οι φίλοι μας κ είχαμε αδειάσει το ψυγείο. Ο βλάκας ο Ηλίας ειδικά, πρέπει να είχε φάει καμιά δεκαριά. Περνούσαμε δε πολύ ωραία, γιατί μια φίλη μας έφερε κ κασετόφωνο κ χορεύαμε το καινούργιο τραγούδι του Καρβέλα με τίτλο «Τα μαύρα τα εσώρουχα σου», χιτ της εποχής. Όσο για το φούρνο τον είχαμε ξεχάσει, μάλλον μπήκανε κανά δυο άτομα κ πήρανε χωρίς να αφήσουνε λεφτά. Την είχαμε δει δε, εντελώς ιδιοκτήτες, κερνούσαμε τυρόπιτες, πιροσκί, ότι διαθέταμε. Μέχρι τη στιγμή που μπήκε το αφεντικό.
Στην αρχή κοκκίνησε κ μετά άρχισε να γκαρίζει.
- Τι κάνατε ρεεεεε? Κωλοχανείο είναι ο φούρνος μου? Μου χρωστάτε 20 χιλιάρικα, αλλιώς δεν το κουνάτε από δω.
Εκεί τα χρειαστήκαμε κ δεν είχαμε τι να πούμε. Καθόμασταν αμίλητοι κ περιμέναμε κ τη σφαλιάρα, που μάλλον δεν αργούσε να έρθει. Μα τι βλακεία να πρέπει να πληρώνεις, όποτε περνάς καλά.
- Εμπρός, στράφηκε στον Ηλία που είχε κιτρινήσει. Δώσε μου το τηλέφωνο της μάνας σου να έρθει να με πληρώσει. Αλλιώς θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο.
Ο καημένος ο Ηλίας άρχισε να τρέμει, να με κοιτάει ικετευτικά, μετά να κουνιέται περίεργα κ τελικά άδειασε στα πόδια του φούρναρη όλα τα παγωτά που είχε φάει. Εκεί μας άφησε να φύγουμε, προφανώς γιατί του επιστρέψαμε τα περισσότερα χρωστούμενα. Σε ρευστό θα λέγαμε κιόλας.
Όταν γυρίσαμε σπίτι φάγαμε της χρονιάς μας. Το υπομείναμε στωικά γιατί μάλλον το είχαμε παρακάνει αυτή τη φορά κ το βράδυ βρεθήκαμε στην αυλή κ μετρούσαμε τις ξυλιές.
- Έκλαψες?
- Όχι ρε Ζωή, είμαι ολόκληρος άντρας.
- Α, είπα μήπως.
- ...Ρε συ, να σε ρωτήσω κάτι? Κωλοχανείο τι θα πει?
- Δεν έχω ιδέα.
Εκείνη τη στιγμή περνάει από μπροστά μας ο παππούς μου ο παπάς.
- Παππού, μια στιγμή. Τι είναι το κωλοχανείο?
Πρώτη κ τελευταία φορά έφαγα δύο φορές ξύλο μέσα σε μία μέρα κ στο τσακ γλύτωσα την τρίτη.
